Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Ο νησιώτης (Φεύγοντας μακριά)


Με παραδέρνουνε στις όχθες τ' άγρια κύματα
και με μαλώνουν οι νοτιάδες στην ακρογιαλιά
Με παραδίδουν στις ακτές γλύκα σκιρτήματα
σαν πέφτει στο βαθύ, του δειλίνου η σιγαλιά

Εν' αλμυρό φιλί αυλάκωσε τα χείλη μου
μια ανάσα παθιασμένη θεριεύει το Βοριά
Ο θόλος των αστέρων έγινε η πύλη μου
για να περάσω ναυαγός απ' τη στενοποριά

Το νησί μου αχτιδίζει σε πρίσματα ιριδίζοντα
σαν βοτσαλάκι χρυσαφί στου απείρου τη ματιά
Θα δέσω στο αγνάντι του έναστρου ορίζοντα,
στης οικουμένης την ανείπωτη εσχατιά...

Ε.Ψ